αντικρίζω


αντικρίζω
αντικρίζω, αντίκρισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντικρίζω — (λάθος το αντικρύζω), ίκρισα 1. είμαι αντικρύ, βλέπω από αντικρύ: Από το σπίτι μου αντικρίζω την Ακρόπολη. 2. αντιμετωπίζω (ανάγκες κτλ.): Με δυσκολία αντικρίζω τα έξοδά μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγναντιάζω — και ίζω 1. παρατηρώ από μακριά, αγναντεύω 2. βλέπω κάτι απέναντι μου, αντικρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγνάντια] …   Dictionary of Greek

  • βιγλίζω — (Μ βιγλίζω) [βίγλα] 1. είμαι σκοπός, φρουρώ 2. παραμονεύω, καιροφυλακτώ 3. εξετάζω προσεκτικά, ερευνώ 4. κοιτάζω από μακριά, αντικρίζω νεοελλ. 1. εποπτεύω, επιθεωρώ 2. παρατηρώ κάτι με μισόκλειστα μάτια 3. βρίσκω τον στόχο, πετυχαίνω …   Dictionary of Greek

  • βλέπω — (AM βλέπω) 1. διαθέτω την αίσθηση της όρασης 2. έχω την ικανότητα να βλέπω 3. στρέφω το βλέμμα, κοιτάζω 4. προσέχω με το βλέμμα 5. προσέχω, είμαι προσεκτικός μήπως.. 6. προσέχω ν αποφύγω κάτι 7. εξετάζω 8. θαυμάζω, κοιτάζω με θαυμασμό 9. κατανοώ …   Dictionary of Greek

  • ενοπτρίζω — ἐνοπτρίζω (AM) [ένοπτρον] Ι. αντανακλώ, αντικατοπτρίζω ΙΙ. μέσ. ἐνοπτρίζομαι 1. καθρεφτίζομαι, φαίνομαι σαν μέσα σε καθρέφτη 2. οραματίζομαι μσν. κοιτάζω, αντικρίζω …   Dictionary of Greek

  • εντρανίζω — ἐντρανίζω και (ἀ)ντρανίζω και ἐνδρανίζω και ἐνδραντρανίζω (Μ) 1. βλέπω επίμονα και σταθερά, προσατενίζω, περιεργάζομαι («νὰ εἶδεν, νὰ ἐνετράνιζεν τὸ ἐξαιρημένον κάλλος») 2. κοιτάζω, βλέπω, αντικρίζω 3. (αμτβ.) στρέφω το βλέμμα 4. κοιτάζω ερωτικά… …   Dictionary of Greek

  • εντρανούμαι — ἐντρανοῡμαι και ἀντρανοῡμαι, έομαι (Μ) [από τον αόρ. εντράνισα τού εντρανίζω] βλέπω, κοιτάζω, αντικρίζω …   Dictionary of Greek

  • επιθεωρώ — (Α ἐπιθεωρῶ, έω) εξετάζω με ακρίβεια έργο ή υπηρεσία αρχ. 1. θεωρώ, παρατηρώ με τη σειρά, κατόπιν 2. εποπτεύω, επιτηρώ 3. κοιτάζω, παρατηρώ 4. αστρολ. αντικρίζω από δεξιά …   Dictionary of Greek

  • θωρώ — και θωράω και θαρώ (Μ θωρῶ και θαρῶ) 1. βλέπω, κοιτάζω, αντικρίζω («πώς μάς θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου;» Βαλαωρ.) 2. παρατηρώ, παρακολουθώ προσεκτικά 3. διακρίνω, στοχάζομαι, διαισθάνομαι («θωρώ ξαναγιαρύσασι κι ήρθαν τα… …   Dictionary of Greek

  • αγγελοκρούω — αγγελόκρουξα, αγγελοκρούστηκα, αγγελοκρουσμένος, αμτβ. 1. αντικρίζω τον άγγελό μου την ώρα του θανάτου, ψυχομαχώ: Δυο μερόνυχτα αγγελοκρουόταν το παλικάρι. 2. δαιμονίζομαι, σεληνιάζομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)